Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Thunderbolt, ανταλλαγή δεδομένων στα 100GB ανά δευτερόλεπτο

Η μέχρι πρόσφατα γνωστή ως «Light Peak» τεχνολογία διασύνδεσης των Intel – Apple μετονομάστηκε σε Thunderbolt, αποκαλύφθηκε και… εξαφανίζει τις USB και Firewire!

Ήταν γνωστό εδώ και αρκετό καιρό πως Apple και Intel συνεργάζονταν για τη δημιουργία ενός νέου πρότυπου διασύνδεσης συσκευών, το οποίο θα συνδύαζε την απλότητα χρήσης του καθιερωμένου USB με επιδόσεις που θα περίμενε κανείς να συναντήσει μόνο σε… εργαστηριακό περιβάλλον. 

Ή, τουλάχιστον, αυτό είχαν αφήσει να εννοηθεί οι δυο εταιρείες, σε όσα είχαν αναφέρει για το Light Peak – όπως ήταν το όνομα του. Θα βασιζόταν σε οπτικές ίνες, θα είχε πολλαπλάσιες ταχύτητες από τα USB και Firewire, θα, θα… Τα πάντα, όμως, παρέμεναν φήμες – μέχρι πριν κάποιες ώρες, που το Light Peak αποκαλύφθηκε με το νέο όνομα του: Thunderbolt.

Το Thunderbolt μπορεί να λειτουργήσει τόσο με τυπικά καλώδια όσο και με οπτικές ίνες. Στην πρώτη περίπτωση, μπορεί να επιτύχει ταχύτητες μεταφοράς δεδομένων μέχρι και 10GBs ανά δευτερόλεπτο, ενώ στη δεύτερη, με τη χρήση οπτικών ινών, «ανεβαίνει» στα… 100GBs ανά δευτερόλεπτο! Αντίστοιχη είναι η κατάσταση με το θέμα της «απόστασης»: τα «τυπικά» καλώδια για το Thunderbolt μπορούν να έχουν μήκος μέχρι και 3 μέτρα – όριο που ισχύει και στην περίπτωση των USB και Firewire, αν, όμως, χρησιμοποιούνται οπτικές ίνες, το μήκος του καλωδίου μπορεί σχεδόν να… δεκαπλασιαστεί, χωρίς απώλειες.

Ακόμη και στην περίπτωση των απλών καλωδίων, τα 10GBs ανά δευτερόλεπτο του Thunderbolt είναι διπλάσια σε σχέση με το μέγιστο ρυθμό μετάδοσης του νέου και –μέχρι την εμφάνιση του Thunderbolt- ταχύτερου «καταναλωτικού» τρόπου διασύνδεσης συσκευών, USB 3.0 (που κυμαίνεται στα 5GBs ανά δευτερόλεπτο). 

Θεωρητικά δηλαδή, με το Thunderbolt μπορεί κανείς να αντιγράψει ένα πλήρες blu-Ray στο δίσκο του υπολογιστή του μέσα σε… 2-5 δευτερόλεπτα (η χωρητικότητα των δυο πιο διαδεδομένων τύπων blu-Ray είναι 25GBs και 50GBs), ενώ τα περιεχόμενα ενός τυπικού DVD μπορούν να μεταφερθούν στο σκληρό δίσκο πριν καν… αρχίσει η διαδικασία.

Πρόσθετο πλεονέκτημα του Thunderbolt πως, αντίθετα με το USB και όπως το Firewire, επιτρέπει τη «daisy chain» σύνδεση συσκευών, δηλαδή, «σε ακολουθία»: μια συσκευή Thunderbolt μπορεί να συνδεθεί σε μια άλλη (και μια άλλη κ.λπ.) με την τελευταία να συνδέεται στον υπολογιστή και όλες να αναγνωρίζονται ταυτόχρονα – ενώ μοιράζονται τα 10GBs της μέγιστης ταχύτητας μεταφοράς δεδομένων. Και για αυτό, δεν υπάρχει ανάγκη για χρήση hub για τη σύνδεση πολλαπλών συσκευών. 

Επιπλέον, όπως και το USB –και αντίθετα με το eSATA- το Thunderbolt αναλαμβάνει και την τροφοδοσία των συσκευών, μεταφέροντας μέχρι και 10W ρεύματος. Πρόσθετο πλεονέκτημα, πως στην περίπτωση του Thunderbolt δεν μεταφέρονται απλά «10W ρεύματος σε μια συσκευή», αλλά μπορούν να «προωθούνται» από συσκευή σε συσκευή. 

Δηλαδή, αν συνδέσει κανείς μια συσκευή μέσω Thunderbolt στον υπολογιστή του, αυτή μπορεί να τροφοδοτείται με 5W από αυτόν. Αν συνδέσει μια δεύτερη στην πρώτη (και μια τρίτη στη δεύτερη κ.λπ.), όχι μόνο «αναγνωρίζεται και αυτή», αλλά μπορεί και να τροφοδοτείται και αυτή από τον υπολογιστή – το Thunderbolt αναλαμβάνει να «προωθήσει άλλα 5W» από τον υπολογιστή και «να τα προωθήσει» στη δεύτερη συσκευή. Το μέγιστο που θα παρέχει κάθε θύρα, όμως, είναι τα 10W.

Η δε θύρα του Thunderbolt δεν είναι απολύτως νέα, αλλά αποτελεί τροποποίηση της Mini DisplayPort που δημιούργησε η Apple – αν και πιθανότατα στο μέλλον θα διαφοροποιηθεί, για να είναι δυνατή η σύνδεση συσκευών μέσω οπτικών ινών. Για τη λειτουργία του, το Thunderbolt βασίζεται σε ένα mini controller της Intel, ο οποίος θα εμπεριέχεται σε όλες τις συσκευές που θα το υποστηρίζουν. Αυτός υποστηρίζει εγγενώς τα πρωτόκολλα PCI Express και DisplayPort, και αναλαμβάνει την κωδικοποίηση/αποκωδικοποίηση τους. 

Έτσι, θεωρητικά, είναι δυνατή η μεταφορά δεδομένων και οπτικού σήματος μέσα από το ίδιο καλώδιο ανάμεσα σε δυο συσκευές, με τους controllers «στις θύρες» καθεμιάς να αναλαμβάνουν το διαχωρισμό των «streams» που ανταλλάζουν μέσω των καλωδίων. 

Οι controllers είναι σχεδιασμένοι για να ανταπεξέρχονται σε τυχόν καθυστερήσεις και διακυμάνσεις στην ταχύτητα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο συσκευές, και υποστηρίζουν Quality of Service (ίσως το γνωρίζετε ως όρο από τα… router σας) που αναλαμβάνει να ορίζει προτεραιότητες στα δεδομένα ώστε τα σημαντικότερα να μεταφέρονται γρηγορότερα, π.χ. δίνοντας περισσότερη έμφαση στα δεδομένα μιας video-συνομιλίας από ότι σε μια μεταφορά αρχείων.

Αν και η τεχνολογία σχεδιάστηκε παράλληλα από Apple και Intel, η τεχνολογία «ανήκει στην Intel» και έτσι δεν θα αποτελέσει αποκλειστικότητα της πρώτης. Ήδη εταιρείες όπως η Avid, η LaCie και η Western Digital έχουν δρομολογήσει τη δημιουργία προϊόντων που θα υποστηρίζουν το Thunderbolt, και έτσι είναι πιθανότατο στο κοντινό μέλλον να το δούμε να γνωρίζει αρκετή επέκταση. Για την ώρα, όμως, μάλλον θα αποτελέσει –έστω, για ένα μικρό διάστημα- προνόμιο των νέων MacBook της Apple. 

πηγή:

pcw.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου